Όταν την Νέα Υόρκη την κυβερνούσε το έγκλημα, μια θαρραλέα 30άρα, μάνα 4 παιδιών κυβερνούσε τη μοίρα της. Και άνοιγε νέους δρόμους στο γυναικείο κίνημα.

Σχεδόν έναν αιώνα πριν, οι ψυχικά άρρωστοι θεωρούνταν «αποξενωμένοι» από τον εαυτό τους και την πραγματική τους φύση, οι δε ψυχολόγοι που τους μελετούσαν ονομάζονταν «alienists». Αυτή είναι η αρχή της ιστορίας -η αρχή πριν από την αρχή, είναι ένα ακόμα παλιότερο ερώτημα: Tι κινεί έναν εγκληματία ; Ποια είναι η ψυχολογική ρίζα της βίας; Αν την βρεις μπορείς να κατανοήσεις το Μεγάλο Κακό; Ή να το σταματήσεις;

Bασισμένο στο ομώνυμο, επιτυχημένο βιβλίο του Caleb Carr, το “The alienist”, το νέο hit series, του ΤΝΤ (κάτι ανάμεσα σε ψυχολογικό θρίλερ και αστυνομικό δράμα εποχής), τοποθετείται χρονικά στην Νέα Υόρκη των αρχών του 20ου αιώνα. Εκεί, ένας ψυχολόγος (εγκληματολόγος/ πρώιμος profiler), ένας εικονογράφος και μια γυναίκα -γραμματέας σε αστυνομικό τμήμα, που ονειρεύεται να γίνει detective- αναζητούν το δράστη μιας σειράς φρικτών εγκλημάτων με θύματα παιδιά. Στα ατού της σειράς, συγκαταλέγονται οι πραγματικές ιστορικές λεπτομέρειες που μπλέκονται επιτυχημένα με τη μυθοπλασία. Ο τόπος, οι δρόμοι, τα στέκια είναι υπαρκτά, πολλά από τα πρόσωπα αντιστοιχούν σε αληθινούς χαρακτήρες, π.χ. τον Teddy Roosevelt, τον τραπεζίτη J.P.Morgan, τον διαβόητο γκάνγκστερ Paul Kelly. Όσο για την ηρωίδα Sara Howard (σ.σ. στη σειρά την υποδύεται η Dakota Fanning), είναι σίγουρα η πιο glam εκδοχή της Isabella Goodwin. Tης πρώτης γυναίκας detective, στην ιστορία της Νέας Υόρκης…

«ΦΥΛΑΚΕΣ ΜΕ ΜΙΣΟΦΟΡΙΑ» ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ-ΤΙΜΩΡΟΙ

Για την ιστορία, πάντως, μέχρι τα 1900, η -μικρή- συμμετοχή των Αμερικανίδων στις δυνάμεις επιβολής του νόμου, θεωρούνταν μάλλον «ένα καλό αστείο». Οι άντρες- επικεφαλής των σωμάτων Ασφαλείας είτε σνόμπαραν τις γυναίκες είτε αρνούνταν να τις προσλάβουν. Κι όταν το έκαναν -κυρίως, μετά από επίμονες διαμαρτυρίες των γυναικείων χριστιανικών οργανώσεων- δυσκολεύονταν να τις πάρουν στα σοβαρά. Τις αποκαλούσαν ειρωνικά «φύλακες με μεσοφόρια». Οι πρώτες γυναίκες που μπήκαν στην Αστυνομία, προσελήφθησαν κυρίως ως «οικοδέσποινες» (matrons) των φυλακών -ένας εύσχημος τίτλος- ομπρέλα για τα καθήκοντά τους που ήταν κάτι μεταξύ καμαριέρας και κοινωνικής λειτουργού και περιελάμβαναν, κυρίως, καθάρισμα των χώρων, σερβίρισμα των φυλακισμένων, σωματική έρευνα γυναικών κρατουμένων ή παιδιών. Σκληρή δουλειά, σε μια ακόμα πιο σκληρή εποχή όπου τα εξαθλιωμένα κύματα των προσφύγων και των εσωτερικών μεταναστών «έσκαγαν» μαζικά στο Μεγάλο Μήλο. (Ας σημειωθεί απλώς, πως σύμφωνα με τα αρχεία της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης, το 1887 ο αριθμός των αστέγων που «φιλοξενήθηκαν», έστω για μια νύχτα στο αστυνομικό τμήμα έφτανε τις 42.000 (!)

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των γυναικών-αστυνομικών ήταν κυρίως συμβουλευτικός παρότι, από ηθικής πλευράς, και οι ίδιες κρίνονταν αυστηρά. Και πώς αλλιώς, αφού η κοινή αντίληψη ήταν πως καμιά «καθώς πρέπει» γυναίκα, δεν θα έκανε μια δουλειά που θα την έφερνε σε επαφή με κλέφτες, πόρνες, δολοφόνους, τα «αποβράσματα» που περπατούσαν στη σκοτεινή πλευρά της μεγάλης πόλης. Έτσι, οι «coppetes» δεν είχαν κανενός είδους αστυνομική εκπαίδευση, δεν έφεραν όπλα και -φυσικά- δεν μπορούσαν να κάνουν συλλήψεις.

Παρ΄όλα αυτά το 1896, όταν η 30χρονη Isabella Goodwin η άπορη χήρα ενός αστυνομικού βρέθηκε μόνη, με τέσσερα παιδιά να μεγαλώσει, αποφάσισε, με τη σειρά της να μπει στο αστυνομικό σώμα. Μελέτησε, έδωσε εξετάσεις, τις πέρασε και διορίστηκε ως «matron» σε μια από τις φυλακές, από τον (τότε) αρχηγό της Αστυνομίας Theodore Roosevelt -τον ίδιο άνθρωπο, που μερικά χρόνια αργότερα, θα γινόταν ο 26ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Στην αρχή, τα καθήκοντά της ήταν ταπεινά: πρόσεχε τις γυναίκες κρατούμενες, φρόντιζε να μην μπαίνουν στα ίδια κελιά με τους άντρες, να έχουν φαγητό, καλή μεταχείριση, εξασφάλιζε στέγη στα παιδιά τους. Το ωράριο ήταν ακατάστατο, ο μισθός της λιγοστός και είχε μόλις μια μέρα ρεπό τον μήνα. Αλλά η Ιsabella δεν παραπονιόταν. Ήταν έξυπνη, εφευρετική, άφοβη, πρόθυμη να «αδράξει» τις ευκαιρίες που της δίνονταν. Όσο για την εμφάνισή της, ήταν ένα από τα μεγάλα της ατού: μια ασχημούλα, μικρόσωμη λίγο «βαριά» γυναίκα, με μητρικό πρόσωπο και φιλικούς τρόπους, περνούσε σχεδόν απαρατήρητη. Aκόμα και οι πιο έξυπνοι κακοποιοί ήταν εύκολο να παραπλανηθούν και να πιστέψουν πως η Isabella Goodwin ήταν αυτό ακριβώς που έδειχνε: μια καλλιεργημένη αξιοσέβαστη κυρία της καλής κοινωνίας. Όταν πια συμμετείχε -ως άτυπη «μυστική» αστυνομικός- στην εξάρθρωση ενός μεγάλου δικτύου πορνείας και χαρτοπαιξίας, οι ανώτεροί της κατάλαβαν πως η συμβολή της μπορούσε να αποδειχτεί πολύτιμη στην εξιχνίαση μελλοντικών εγκλημάτων.

Έτσι, τα επόμενα 9 χρόνια η Isabella τα πέρασε κάνοντας «πραγματική» αστυνομική δουλειά, συγκεντρώνοντας αποδείξεις για παραβάσεις του νόμου, καταθέτοντας σε δικαστήρια ή συλλαμβάνοντας ενόχους -πάντα με τη βοήθεια ενός «κανονικού» αστυνομικού, δηλαδή ενός άντρα. Συνήθως συμμετείχε σε μυστικές επιχειρήσεις, μεταμφιεσμένη, αντιμετωπίζοντας τις πιο επικίνδυνες «περιπτώσεις» του κοινού ποινικού δικαίου που συνωστίζονταν στα βρώμικα σοκάκια της Νέας Υόρκης: κοινούς κλέφτες, ιδιοφυείς απατεώνες, κομπογιαννίτες κάθε λογής, μελλοντολόγους, προφήτες και μυστικιστές, που υπόσχονταν «επαφή» με τα πνεύματα των νεκρών. Κάποτε συνέλαβε έναν «γιατρό» που …διέγνωσε πως έπασχε από καρκίνο, εντοπίζοντας την αιτία της ασθένειας στην προτίμησή της για τα ανθρακούχα αναψυκτικά (!). Κι άλλη μια φορά οδήγησε στη δικαιοσύνη μια φημισμένη μάγισσα-μάντισσα, που την είχε συμβουλέψει πως, για να βρει σύζυγο, έπρεπε να είναι λίγο πιο «ενθαρρυντική» με τα αρσενικά.

Η δουλειά της ήταν δύσκολη, απαιτητική. Μερικές φορές, όταν βρισκόταν σε μυστική αποστολή, μπορεί να περνούσαν μέρες ή βδομάδες μέχρι να δει τα παιδιά της, που τα άφηνε στην φροντίδα της μητέρας της. Αν και έκανε δουλειά ενός κανονικού detective, δεν είχε επίσημα τη θέση, δεν έπαιρνε τον μισθό που της αναλογούσε, ούτε την αναγνώριση που απολάμβαναν οι άντρες συνάδελφοί της. Ευτυχώς, όλα αυτά θα άλλαζαν το 1912. Τότε που μια συμμορία κακοποιών, γνωστή ως «οι ληστές του ταξί», είχαν την ατυχία να βρουν στο δρόμο τους την δαιμόνια Ιsabella Goodwin…

H «MEΓΑΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΤΑΞΙ

Κάθε βδομάδα, ο Wilbur Smith και ο Frank Wardle -δυό απλοί υπάλληλοι της East River National Bank -έπαιρναν ένα ταξί και έκαναν την ίδια διαδρομή: από το Upper West Side ως την άλλη άκρη του Μανχάταν, το Bowling Green, όπου βρισκόταν το Χρηματιστήριο Παραγώγων της Νέας Υόρκης. Με δεδομένο πως, οργανωμένες χρηματαποστολές -τότε- δεν υπήρχαν, οι δυό τους είχαν αναλάβει να μεταφέρουν τα τσουβάλια με τα χαρτονομίσματα που τους εμπιστευόταν η τράπεζα. Αυτό γινόταν για μήνες, ως την 15η Φεβρουαρίου 1912, οπότε ο Wilbur και ο Frank έπεσαν θύμα ληστείας -της περίφημης «Μεγάλης Ληστείας του Ταξί». Όπως φάνηκε εκ των υστέρων, το «κόλπο» ήταν οργανωμένο μεθοδικά, μελετημένο ως την τελευταία του λεπτομέρεια. Σε μια κλειστή στροφή, όπου το όχημα έπρεπε αναγκαστικά έπρεπε να κόψει ταχύτητα, δύο άντρες το σταμάτησαν, όρμησαν στο πίσω κάθισμα και γρονθοκόπησαν τους δύο υπαλλήλους μέχρι αναισθησίας. Ένας τρίτος, κάθισε μπροστά και ανάγκασε -με την απειλή όπλου- τον οδηγό να κατευθυνθεί στον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό. Από κει, μέσα σε δευτερόλεπτα, η συμμορία έγινε «καπνός». Μαζί με 25.000 δολάρια (!).

Ήταν μια ληστεία που «έκοψε την ανάσα του έθνους», σύμφωνα με τους New York Times. Αμέσως, η Αστυνομία της Νέας Υόρκης εξαπέλυσε στο κατόπι των δραστών ολόκληρη τη δύναμη του σώματος: 60 άντρες detectives, κλήθηκαν να ψάξουν ίχνη, να ρωτήσουν, να πάρουν καταθέσεις μαρτύρων, να διασταυρώσουν στοιχεία. Σύντομα, οι τρεις ύποπτοι ταυτοποιήθηκαν ως Gene Splaine, Billy Keller και Εddie Kinsman -τρείς σκληροτράχηλοι, σεσημασμένοι κακοποιοί, μέλη της «ελίτ» του νεοϋορκέζικου υπόκοσμου.
Περιέργως, κανείς δεν έμοιαζε να ξέρει πού βρίσκονταν -ήταν λες και είχε ανοίξει η γη και τους είχε καταπιεί. Μετά από βδομάδες ερευνών χωρίς καμία σύλληψη, η πίεση στα κεντρικά της Αστυνομίας άρχισε να γίνεται αισθητή: οι εφημερίδες αναπαρήγαγαν διαρκώς, τις λεπτομέρειες της ληστείας, οι καλοί πολίτες της πόλης γκρίνιαζαν για την ανικανότητα των αστυνομικών οργάνων και το πλήθος ούρλιαζε, ζητώντας έναν ένοχο.

Στην απελπισία τους, μάλλον, οι επικεφαλής της Isabella, σκέφτηκαν να καταφύγουν στις υπηρεσίες της. Γνώριζαν πως η ερωμένη του Eddie Κinsman, η Αnnie Hull, έμενε σε μια πανσιόν, μες στην πόλη. Η Ιsabella έπιασε δουλειά εκεί ως καθαρίστρια. Ψάχνοντας, ρωτώντας. κρυφακούγοντας πίσω από κλειστές πόρτες, συνδυάζοντας πληροφορίες και μισόλογα, κατάφερε να βρεθεί στα ίχνη της συμμορίας. Ο Eddie Kinsman και η ερωμένη του, συνελήφθησαν στο Grand Central Station, την ώρα που έβγαζαν εισιτήρια για Σαν Φρανσίσκο. Στην ανάκριση, ο «σκληρός Eddie» «κελάδησε» και κατέδωσε τους συνεργούς του, για να ελαφρώσει την ποινή του. Πιάστηκαν όλοι και φυλακίστηκαν. Ήταν ένας θρίαμβος για την Αστυνομία της Νέας Υόρκης -και τον χρωστούσε σε μια γυναίκα. «Μερικές φορές ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι τι θα μπορούσε να έχει συμβεί» θα έγραφε αργότερα η Isabella στα απομνημονεύματά της. «Αυτοί οι ληστές ήταν απελπισμένοι άντρες. Αν με είχαν υποψιαστεί, η ζωή μου δεν θα άξιζε ούτε μια δεκάρα….»

Χάρη σε αυτή την επιτυχία η Isabella Goodwin, προήχθη επιτέλους -μετά από 16 χρόνια σκληρής δουλειάς- σε detective, και ο μισθός της αυξήθηκε σε 2.500 δολάρια το χρόνο, από 1.000 δολάρια που ήταν ως τότε. Οι εφημερίδες, αφιέρωσαν σελίδες ολόκληρες στη γυναίκα που «έσωσε την τιμή του αστυνομικού σώματος». Εκείνη, παρέμεινε προσγειωμένη «Δεν με ενδιαφέρει τόσο η διάκριση ή ο τίτλος «η πρώτη γυναίκα detective της Νέας Υόρκης». Ελπίζω, απλώς η δουλειά μου να είναι τόσο καλή που να με θυμούνται κάποτε ως την πιο έξυπνη detective που πέρασε ποτέ από το Τμήμα», δήλωσε.

Τα επόμενα χρόνια, απέδειξε πράγματι πως είχε δίκιο, κερδίζοντας διαρκώς εύσημα για τις επιτυχίες της. Το 1921 προήχθη σε υπαστυνόμο, και, μαζί με μια συνάδελφό της, την Mary Hamilton, ανέλαβε να στελεχώσει το πρώτο «γυναικείο γραφείο» τoυ NYPD: ένα ξεχωριστό τμήμα, με 26 γυναίκες αξιωματικούς, επιφορτισμένες με την τήρηση της τάξης στην πόλη. Εκείνη τη χρονιά, της συνέβη κάτι ακόμα, πολύ ενδιαφέρον, ελαφρώς «παραβατικό» και μάλλον ασυνήθιστο -ακόμα και για κείνη. Ξαναπαντρεύτηκε με τον Οscar Seaholm, έναν άντρα 30 χρόνια μικρότερό της. Μάλιστα -σε μια εποχή που δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα τις δυναμικές γυναίκες καριέρας- η 56 χρονη Ιsabella συνέχισε να εργάζεται, αρνούμενη να πάρει το επίθετο του συζύγου της.

«Αφιερώθηκα ολόκληρη, ψυχή και σώματι, στη δουλειά μου», θα δήλωνε μετά, ανακαλώντας τα χρόνια της στο αστυνομικό σώμα. «Νομίζω πως ήμουν γεννημένη γι’αυτό που έκανα. Η ένταση, δεν άφηνε ποτέ το ενδιαφέρον μου να μειωθεί, να καταλαγιάσει. Δεν είναι μια δουλειά που θα συνιστούσα σε κάθε γυναίκα, είναι όμως καλύτερη από τις περισσότερες «γυναικείες» δουλειές. Συν τοις άλλοις, ξέρεις πως κάνεις κάτι πραγματικά σημαντικό…»
Όταν συνταξιοδοτήθηκε, μετά από 30 χρόνια «ευδόκιμης υπηρεσίας» στο Αστυνομικό Σώμα, η Isabella Goodwin πήρε δύο πράγματα μαζί τη : πρώτον, τη βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης («Α, τα πράγματα που έμαθα! Οι εμπειρίες μου, θα μπορούσαν να γεμίσουν βιβλία…».) Και δεύτερον, την ικανοποίηση πως δεν έκανε ποτέ ό,τι περίμεναν οι άλλοι απ’αυτή…

ΚΑΛΛΙΑ ΚΑΣΤΑΝΗ

http://www.bovary.gr

Advertisements